Μωβ



Σε μια μηδέν στιγμή
ο δρόμος ξενιτεύεται.
Αδειάζει ξάφνου
η δεξαμενή του χρόνου.
Απόνερα κι ενδύματα κενά.


Σιωπούν αισθήματα και λέξεις.
Σύννεφα
στρώνει μωβ η νύχτα
κι ένα τραγούδι
κόβεται στα δυό.


Αντίπερα,
η μέρα, μεθυσμένη,
χορεύει
στου ήλιου το ζεϊμπέκικο.


''XΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ''


Δελφικοί Αγώνες ποίησης




                 Δελφοί 10 - 11 Ιουνίου 2017-
                  Ευρωπαϊκό Κέντρο Δελφών.
   32οι  Πανελλήνιοι Αγώνες Ποίησης από την Π.Ε.Λ.       
             (Πανελλήνια Ένωση  Λογοτεχνών)

   Ένα διήμερο με πνευματική και ψυχική ανά(σ)ταση με το Δελφικό φως  να πλημμυρίζει  όσους  βρέθηκαν στο σύμπαν του ιερού αυτού χώρου!
   Ποιητικές  συμμετοχές  από όλη την Ελλάδα, την Κύπρο, Έλληνες  από το εξωτερικό,  έδωσαν το  «παρών»  και διαγωνίστηκαν  για ένα κλωνάρι δάφνης  αποδεικνύοντας  πως,  παρά τις  χρόνιες συστηματικές επεμβάσεις  πάνω στις αξίες έξωθεν και  έσωθεν,  υπάρχει  το «ευ αγωνίζεσθαι»  και  η ευγενική άμιλλα ζει!
   Μέσα από εκατοντάδες συμμετοχές αναδείχτηκαν  τα καλύτερα ποιήματα  και απαγγέλθηκαν με συγκίνηση από τους διαγωνιζόμενους σε μια ατμόσφαιρα  μυσταγωγική και ζεστή. Τα  βραβεία, οι  έπαινοι  και  οι τιμητικές διακρίσεις,  συνοδεύτηκαν από ένα κλωνάρι δάφνης, στο πνεύμα  των αρχαίων Δελφικών αγώνων  που αναβίωσε  ο Άγγελος Σικελιανός!  
  Την κριτική επιτροπή  αποτελούσαν οι: Νίκος Ταβουλάρης, ποιητής- δοκιμιογράφος,  η  Μαρία Σκουρολιάκου,  Ποιήτρια  - Κριτικός λογοτεχνίας (UNESKO),   Σταμάτης Πορτελάνος , Καθηγητής  Πανεπιστημίου  Ιωαννίνων στο Παιδαγωγικό τμήμα( φιλοσοφία και συγκριτική θρησκειολογία)  και  ο Γαβρίλης  Ιστικόπουλος, ποιητής.
     



















Λέξεις




   Με αρτεσιανό νερό ζυμώνω άρτους, όμως πεινάνε τα πουλιά κι ένας αβυσσαλέος λυγμός με ζητιανεύει.
   Γεμίζω λέξεις μια αγκαλιά όταν διψάω τη χαμένη άνοιξη που έχει ματώσει όλες τις μπαλάντες κι ακούει μόνο εμβατήρια.
  Στύβω φωνήεντα και σύμφωνα, καθώς πληθαίνουν τα κελιά κι ένας αυτόχειρας σφάζεται μ’ ένα όχι.


''ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΣΩΜΑ''







Να μη μ' αφήσεις



Σφιχτά κρατιέμαι απ’ τις προσφωνήσεις
να μη γλιστρήσω στων δακρύων την ακράτεια
γιατί κλειδώνονται ολοένα οι δρόμοι
από των χρόνων τα βαθιά τα χάσματα.


Να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.
Μη γκρεμιστώ σε άδεια αγκαλιά το σούρουπο.
Σε βλέμματα μεσάνυχτα μην βυθιστώ.


Όταν ο κήπος μέσα θα φυλλοροεί
κι οι ψίθυροι της νύχτας δεν θα είναι γέλιο
σαν θα καρφώνονται αγκάθια στα ματόκλαδα
κι ο ήλιος δεν θ’ ακούει τη φωνή μου
όταν στο σώμα θα φορώ πέτρες βαριές
και το οξυγόνο θα κλειστεί σε ασημένιους όλμους
να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.


Να μην ξεχνάς να με φωνάζεις μάνα!

''ΧΡΩΜΑ ΑΥΡΙΟ''